Η φετινή τηλεκπαίδευση πέτυχε δύο στόχους:
Πρώτα πρώτα διατήρησε την επαφή των μαθητών με τους συμμαθητές τους και το σχολείο.
Επίσης, κάπως βίαια είναι η αλήθεια, μας ανάγκασε να αυτοεπιμορφωθούμε και να χρησιμοποιήσουμε πολλά από τα διαθέσιμα ψηφιακά εργαλεία τόσο για να κρατήσουμε σε μεγάλο βαθμό ζωντανό το ενδιαφέρον των μαθητών όσο και για να σχηματίσουμε μια γενική άποψη για τη συμμετοχή τους στη μαθησιακή διαδικασία και τις επιδόσεις τους στα μαθήματα.
Όταν εκδόθηκε η “Εγκύκλιος για την εξ αποστάσεως υλοποίηση της ισχύουσας νομοθεσίας για την αξιολόγηση των μαθητών/τριών Δ/θμιας Εκπ/σης για το σχολικό έτος 2020-2021” μετά από συζητήσεις καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούν να εφαρμοστούν «απαρέγκλιτα» οι κείμενες διατάξεις, γενικότερα για την αξιολόγηση και ειδικότερα για τη διεξαγωγή των ωριαίων γραπτών δοκιμασιών.
Πέρα από την έλλειψη εξοικείωσης με τις ψηφιακές εφαρμογές, τις δυσκολίες στην ανάθεση εργασιών στους μαθητές και τις μαθήτριες και τα τεχνικά προβλήματα διεξαγωγής ολόκληρης της τηλεκπαιδευτικής διαδικασίας, όπως οι διακοπές ρεύματος, η αργή ή διακοπτόμενη σύνδεση στο διαδίκτυο, πρέπει να συνυπολογίσουμε και την έλλειψη υπολογιστικών συσκευών, αφού η πλειοψηφία των μαθητών συνδέεται με κινητά τηλέφωνα, που δεν είναι κατάλληλα για τη συμμετοχή στην ψηφιακή τάξη.
Προσωπικά θεωρώ ότι είναι πολύ δύσκολο σε περιβάλλον τηλεκπαίδευσης να διασφαλιστούν κατάλληλες συνθήκες διεξαγωγής τεστ και διαγωνισμάτων. Είναι, επομένως, ορατός ο κίνδυνος να απαξιωθεί στα μάτια των παιδιών και των κηδεμόνων τους η αξιολογική διαδικασία αφού οι εκπαιδευτικοί δεν έχουν σχηματίσει ολοκληρωμένη αξιολογική εικόνα για ένα μεγάλο ποσοστό των μαθητών τους.
Για τους αντικειμενικούς και παιδαγωγικούς αυτούς λόγους και ειδικά για το τρέχον σχολικό έτος με την πολύμηνη τηλεκπαίδευση, προτείνω η βαθμολογία να παραδοθεί από τους καθηγητές στο δεύτερο τετράμηνο και η ίδια να ισχύσει και για το πρώτο τετράμηνο, όπως εξάλλου προβλέπει η νομοθεσία σε περίπτωση αντικειμενικών δυσκολιών.